2/9/13

Διαφορές φάσης

Όταν το ζευγάρι δουλεύει ανάποδες ώρες, δημιουργούνται πολλά προβλήματα. Στην αρχή που είσαι στα μέλια, δε το βλέπεις, αλλά καθώς περνάει ο καιρός καταλαβαίνεις το πρόβλημα. Θα σας πω το δράμα που περνάω, γιατί α) θελω να τα βγάλω από μέσα μου και β) γιατί ο Χωστήρας σα να μας τα έχει πει πολλά αυτό το καιρό. Η εκδίκηση κύριε Χωστήρα είναι ένα πιάτο που τρώγεται καυτό, αν θες την αποψή μου. Σήμερα με πείραξες; Σήμερα θα εκδικηθώ.

Όταν λοιπον εγώ ξυπνάω το πρωί και πάω στη δουλειά, ο κύριος Χωστήρας κοιμάται σαν ΒΟΔΙ. Απλωμένος στο κρεβάτι, δεν σηκώνεται ούτε για τρία λεπτά να μας δώσει ένα φιλί.
-Μωρό μου, φεύγω. Του λέω.
-μμμμμμμμμμμμμμ! Απαντάει.

Το μεσημέρι γυρίζω σπίτι κουρασμένη και χρειάζομαι μια μπουκιά φαγητό να κρατηθώ λίγο. Ο κύριος Μάνος ακόμη κοιμάται.
-Μωρό μου, γύρισα. Του λέω.
-μμμμμμμμμμμμμμ! Απαντάει.

Βρίσκω να φάω κάτι στα γρήγορα κι εκείνος μόλις που έχει σηκωθεί και φτιάχνει καφέ. Εγώ σαλάτα και ντάκος, αυτός φραπέ και τσίγαρετ. Εγώ πέφτω να ξεκουραστώ λίγο κι αυτός αρχίζει τη προετοιμασία για τη δουλειά. Και κάνει τόση φασαρία που ειλικρινά πιστεύω πως το κάνει επίτηδες. Ησυχία δε βρίσκω. Αφού λοιπόν κάθεται στο μπάνιο καμιά ώρα, βγαίνει επιτέλους έτοιμη η νύφη και φεύγουμε παλι από το σπίτι. Εγώ για την δουλειά και εκείνος για το ξενοδοχείο. Όλοι ξέρετε τι δουλειά κάνει.....

Εγώ σαν γυναίκα που έχει ερωτευτεί και αγαπάει έναν άντρα, παρόλο που περνάω από τη μαμά μου, δεν υποκύπτω στη μαγειρική της και ίσως να τσιμπήσω τίποτα γλυκό. Σκέφτομαι το μωρό που θα επιστρέψει από τη δουλειά στη μία τη νύχτα και θα πεινάει. Δεν είναι σωστό να τρώει μόνος. Κάνω λοιπόν υπομονή όλη μέρα και επιστρέφω στο σπίτι στις 9 ή και 10 και παρά την κουρασή μου, μπαίνω στην κουζίνα. Κάτι θα μαγειρέψω. Δεν είμαι εξπέρ, αλλά υπήρξα φοιτήτρια και ξέρω να μαγειρεύω κατιτίς.

Αν είχα φάει στη μάνα μου, θα μπορούσα να γυρίσω στο σπίτι και να αράξω στον καναπέ και να χαλαρώσω και να μη με νοιάζει καθόλου τι φαγητό θα φάει ο Χωστήρας. Ας περνούσε κι αυτός από τη μάνα του στην τελική. Όμως τον αγαπάω και τον σκέφτομαι.

Ξενυχτάω λοιπόν κάθε βράδυ ως τη μία και μετά έρχεται το ατελείωτο μωρό μου και τρώμε μαζί κανονικά σαν άνθρωποι στη μια και μισή τη νύχτα. Εγώ σέρνομαι αλλά κι εκείνος ο καημένος, σέρνεται επίσης. 

Αυτά συνέβαιναν μέχρι προχτές. Γιατί προχτές θύμωσα τόσο πολύ που ειλικρινά αν ξαναμαγειρέψω να μου κοπεί το χέρι.

Πάω το πρωί στη δουλειά, γυρίζω για λίγο το μεσημέρι, ακούω τη νύφη να ετοιμάζεται για την δουλειά, μετά ξαναπηγαίνω στη δουλειά με μια στάση στο σούπερ μάρκετ. Σκέφτηκα να του κάνω έκπληξη. Έψαξα στο ίντερνετ και βρήκα δύο -όχι μία αλλά δύο- συνταγές,από αυτές που τις λές και γκουρμέ. Και είπα 9-1 το βράδυ θα μαγειρέψω γκουρμεδιές, θα βάλω τα καλά μου, χαμηλός φωτισμός, κρασάκι και θα περιμένω σαν την πιστή Πηνελόπη. Είχαμε καιρό να έρθουμε κοντά κοντά και σκέφτηκα να τον εντυπωσιάσω.

Και να κάθομαι τώρα δυο μέτρα γυναίκα και να μαγειρεύω τι κοτόπουλα του κυνηγού, τι μοσχάρια μπουργκινιόν, τι ριζότα με σολωμό, τι αφράτα κεκάκια καρύδας με μους αχλάδι και σοκολάτα για επιδόρπιο. Έγινε στην κουζίνα η μάχη της Κρήτης κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Και αφού έστρωσα τραπέζι, άναψα κεράκια και χαμήλωσα τα φώτα, έκανα ένα μπάνιο να ξεβρωμίσει το μοσχάρι από πάνω μου, φόρεσα και τα δέοντα ρούχα και εσώρουχα και περίμενα τον Χωστήρα.

Συνήθως μια και τέταρτο είναι σπίτι. Αυτή τη φορά πήγε δυο παρά τέταρτο και το κλειδί στη πόρτα δεν ακουγόταν. Να τον πάρω ένα τηλέφωνο; Να ανησυχήσω; Έπαθε κάτι; Δε θα με έπαιρνε τηλέφωνο αν πάθαινε κάτι; Θα με έπαιρνε. Άρα ας περιμένω. Και πάει δυο τη νύχτα. Τα κρεατικά μετά βίας τα κρατάω ζεστά και το κρασί το ξαναδροσίζω.

Κι εμφανίζεται ρε παιδιά δυο και τέταρτο ο κύριος,να σέρνεται. Ένα πτώμα όρθιο. Βγάζει τα παπούτσια του και τα ρούχα του και πάει κατευθείαν στο κρεβάτι κατάκοπος. Δεν έβλεπε μπροστά του από τη νύστα. Δεν πήρε είδηση ούτε τα κεράκια μου, ούτε τις μυρωδιές από τη κουζίνα, ούτε το καλοστρωμένο τραπέζι,ούτε καν εμένα.

-Μωρό; Είσαι καλά; Τι έγινε; Τον ρωτάω γεμάτη απογοήτευση αλλά και ανησυχία.
-Καλά είμαι αγάπη μου. Πλακώσαμε κάτι σουβλάκια και κάτι μπίρες με τον Γιώργο και είμαι νεκρός από τη κούραση. Θα κοιμηθώ μωρό μου. Καληνύχτα.
-Καληνύχτα Χωστήρα.

Γυρίζω στο σαλόνι, κάθομαι τρώω τα μοσχάρια και τα κοτόπουλα, απολαμβάνω το δροσερό κρασί και το ιδιαίτερο γλυκό γαλλικής κουζίνας, σβήνω τα κεριά και πάω για ύπνο.

Την άλλη μέρα που μετανιωμένος μου ζητούσε συγγνώμη αλλά να ο Γιώργος έφταιγε που τον παρέσυρε στα σουβλάκια και τις μπίρες, τον διαβεβαιώνω πως δεν θα μαγειρέψω ποτέ ξανά. Και όταν τον ρώτησα τι φαγητό θα φτιάξει σήμερα, ξέρετε τι απάντηση πήρα;;;

-Φραπέ τρως;;;